Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Χωριάτικη ιστορία: Οι «καλές» γειτόνισσες


Χρονογράφημα
Στις μεγάλες πόλεις ο κόσμος φοβάται την μείωση των προσωπικών του ελευθεριών από τα αυξημένα μέτρα που παίρνονται σε όλο το δυτικό κόσμο στο όνομα της ασφάλειας. Δεν έχουν ζήσει σε χωριά γι αυτό τους δικαιολογώ.
Διότι στα χωριά μπορεί να μην υπάρχουν οι κάμερες ασφαλείας υπάρχουν όμως οι γειτόνισσες. Η κάμερα ασφαλείας μπορεί και να χαλάσει, να μπλοκάρει, το μάτι της γειτόνισσας όμως, ποτέ.
Σχολιάζουν τα πάντα. Σε όλους βρίσκουν και κάποιο κουσούρι. Και σπάνια τις ακούς να λένε καλό λόγο για κάποιον. Και να ‘ταν μόνο αυτά; Αν τύχει και αποβιώσει κάποιος τον οποίο είχαν περάσει γενεές δεκατέσσερις, πάνε στην εξόδιο ακολουθία πιο θλιμμένες και από τους συγγενείς του μακαρίτη. Άμα όμως περάσει εκείνη η ώρα αρχίζουν πάλι να «στολίζουν» δεόντως τον εκλιπόντα.
Κάπως έτσι έχουν τα πράματα και στην ιστορία μας.

Η κυρά - Κατίνα, η κυρά - Κούλα και η κυρά - Μαρία ήταν η CIA του χωρίου. Κάθε απόγευμα μαζεύονταν έξω απ’ το πεζουλάκι του σπιτιού της κυρά Κούλας, με το πλέξιμο στο χέρι συζητούσαν όλα τα νέα του χωριού και έσερναν τα εξ αμάξης για όλους τους συγχωριανούς τους. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και ευτυχώς στον καφενέ του χωριού ο καφετζής έβαζε και κανένα μεζέ, αλλιώς οι άντρες τους θα είχαν πεθάνει από ασιτία.
Τι κατσαρόλα, τι κουτσομπολιό και τα δυο από κάπα αρχίζουν. Άφηναν οι τρείς κυράδες το πρώτο κι έπιαναν το δεύτερο. Κι εδώ που το λέμε καλά έκαναν. Ο καφετζής δηλαδή κλέφτης θα γινόταν;
Ένα βραδάκι, μέσα Ιούλη, πέρασε μπρος απ’ το «πρακτορείο ειδήσεων» - έτσι έλεγαν το πεζουλάκι της κυρά Κούλας στο χωριό – ο μπαρμπα – Κωνσταντής, γνωστός για την αγάπη του στο πιοτό και τα χαρτιά και παρά τα σχεδόν εβδομήντα του χρόνια, την αδυναμία του στο ωραίο φύλο.
Οι τρεις φιλενάδες κάθονταν ως συνήθως στο πεζούλι. Ο μπάρμπα - Κωνσταντής τις καλησπέρισε, τον καλησπέρισαν κι αυτές, και συνέχισε το δρόμο του.
«Ρε γυναίκες τα μάθατε τα νέα;» άρχισε η Κατίνα, μόλις ξεμάκρυνε ο Κωνσταντής.
«Ποια νέα;» απάντησαν οι άλλες
«Για τον Κωνσταντή ντε. Μου τα ‘πε προχθές η Μαρίτσα απ’ το Πέρα Χωριό»
«Για πες, για πες» έκανε η Μαρία.
«Τώρα τελευταία όλο στο Πέρα Χωριό πάει. Βρήκε λέει και …παρηγοράει μια χήρα. Παναγιού τη λένε. Κι όταν λένε φεύγει απ’ το σπίτι της χήρας πάει εκεί στον καφενέ και πίνει και χαρτοπαίζει για να μην τα μαθαίνει η γυναίκα του και τα παιδιά του».
«Ου να χαθεί ο πορνόγερος» έκανε η Κούλα και συνέχισε «σα δε ντρέπεται έχει κι εγγόνια και θέλει κι τσιλιμπουρδήματα. Κρίμα τη γυναίκα του κακομοίρα».
«Άσε μας βρε Κούλα» απάντησε η Μαρία «ποια γυναίκα, τη χαζοβιόλα την Ευτέρπη, που άμα της δώσεις να ρίξει σε δυο γομάρια σανό το ένα θα ψοφήσει».
«Δεν ξέρω Μαριώ μου. Αυτός είναι ότι είναι και η Ευτέρπη χαζή όμως έχουν καλά παιδιά» είπε η Κούλα.
«Βρε άντε από κει. Ποια παιδιά. Επειδή το κορίτσι έγινε δασκάλα και το παιδί μπήκε γραμματικός στην Κοινότητα είναι και καλά; Το κορίτσι που έμοιασε κατά τον πατέρα είναι πταναριό και το παιδί μουρλοσκωτομένο σαν την μάνα του» πετάχτηκε η Κατίνα.
Πάντως μετά από ενδελεχή συζήτηση και οι τρείς συμφώνησαν ότι, η οικογένεια του Κωνσταντή ήταν να πάει όλη στο πυρ το εξώτερο.
Κοντά ένας μήνας είχε περάσει από κείνο το βράδυ και ο μπάρμπα – Κωνσταντής άφησε το μάταιο τούτο κόσμο. Ανακοπή καρδιάς διέγνωσε ο γιατρός ως αιτία θανάτου.
Οι τρεις πρακτόρισες μαζεύτηκαν και πάλι για να ανταλλάξουν απόψεις περί του νέου που έσκασε στο χωριό και το …ιατροδικαστικό πόρισμα δεν άργησε να βγει. Ποιος ξέρει πόσο θα είχε ντερλικώσει ο μπεκρούλιακας πάλι; Θα έπαιρνε και κανένα χαπάκι για να μπορεί να ευχαριστεί τη χήρα. Έ δεν θέλει και πολύ η καρδιά ειδικά αν κοντεύεις και τα εβδομήντα. Αυτή ήταν η άποψη και των τριών και φυσικά δεν χωρούσε καμία αμφισβήτηση.
Την επόμενη μέρα φόρεσαν τα μαύρα τους, φόρεσαν και θλιμμένο ύφος και ξεκίνησαν για την κηδεία. Τι θρήνος; Τι μοιρολόι ήταν κι αυτό κι απ’ τις τρείς τους; Να σκεφτείτε ότι μετά τον καφέ τις παρηγοριάς όταν πήγαν να χαιρετήσουν ξανά τους συγγενείς του μακαρίτη έπεσαν πάνω τους με αναφιλητά φωνάζοντας, «αχ δεν χάσατε άνθρωπο εσείς ένα κομμάτι μάλαμα χάσατε». Στο τέλος δηλαδή έβαλαν τα κλάματα πάλι, η γυναίκα και τα παιδιά του συγχωρεμένου κι αυτή τη φορά όχι για το δικό τους άνθρωπο, αλλά γιατί λυπήθηκαν την Κούλα, την Κατίνα και την Μαρία που έκλαιγαν τόσο γοερά.
Όταν κατηφόριζαν στο δρόμο για τα σπίτια τους συναπαντήθηκαν με την κυρα  - Ευσταθία που γύριζε απ’ την Αθήνα, όπου είχε πάει για επίσκεψη στα παιδιά της.
«Τι έγινε καλέ που πάτε με τα μαύρα;» τις ρώτησε.
«Τώρα γυρίζουμε απ’ την κηδεία εκεινού του σκατόψυχου του Κωνσταντή της Ευτέρπης» έκανε η Κατίνα.
«Ξεβρόμισε το χωριό» συμπλήρωσε η Μαρία.
«Πήγε στον αγύριστο» πετάχτηκε κι η Κούλα.
«Άντε μωρέ μη λέτε έτσι δεν κάνει. Μόνο Θεός σχωρεσ’ τον ας πούμε» απάντησε η κυρα – Ευσταθία.
«Μμμμμ Ευσταθία μου σαν πολύ αδυναμία μας φαίνεται τον είχες τον Κωνσταντή» έκαναν χαμογελώντας πονηρά κι οι τρείς και συνέχισαν το δρόμο τους.
Λίγο πιο κάτω η Κατίνα πετάχτηκε λέγοντας «ρε γυναίκες κείνο το δεύτερο το παιδί της Ευσταθίας δεν φέρνει κατά τον Κωνσταντή;»
«Μοναχά το δεύτερο; Γιατί το πρώτο μοιάζει κατά τον πατέρα του;» είπε η Κούλα.
«Μπα, στα μάτια μοιάζει του παπά, στα φρύδια του κουμπάρου» συμπλήρωσε η Μαρία.
Κι αφού έσκασαν στα γέλια χώρισαν για τα σπίτια τους. 
Γιάννης Δραπανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου